Σάββατο πρωί. Δεν χτυπάει ξυπνητήρι, ή αν χτυπάει, κανείς δεν βιάζεται να σηκωθεί. Μετά την αλλαγή της ώρας, ο ήλιος στην Αθήνα ανατέλλει πια λίγο πριν από τις επτά, και όποιος τύχει να ξυπνήσει νωρίς προλαβαίνει κάτι που τις καθημερινές συνήθως χάνουμε μέσα στη βιασύνη: τη σιγανή, σχεδόν αθόρυβη άφιξη του πρώτου φωτός.

Ο Όμηρος είχε μία φράση γι' αυτή τη στιγμή και την επαναλάμβανε ξανά και ξανά στην Οδύσσεια: «ἦμος δ' ἠριγένεια φάνη ῥοδοδάκτυλος Ἠώς», όταν φάνηκε η νωρίς-γεννημένη Αυγή με τα ροδαλά δάχτυλα. Είναι ένας από τους πιο γνωστούς στίχους της αρχαίας ποίησης, και δεν είναι τυχαίο. Όποιος έχει δει το πρωινό φως να απλώνεται σε λεπτές ροζ γραμμές πάνω από τα βουνά καταλαβαίνει αμέσως την εικόνα: σαν να ανοίγει κάποιος αργά τα δάχτυλά του πάνω από τον ορίζοντα.

Στη μυθολογία, η Ηώς ήταν αδελφή του Ήλιου και της Σελήνης, παιδιά όλοι του Τιτάνα Υπερίονα και της Θείας, όπως τα καταγράφει ο Ησίοδος στη Θεογονία. Κάθε πρωί άνοιγε τις πύλες του ουρανού για να περάσει το άρμα του αδελφού της. Οι ιστορίες της έχουν μια γλυκιά μελαγχολία. Η πιο γνωστή είναι εκείνη με τον Τιθωνό, τον θνητό που αγάπησε. Ζήτησε από τον Δία να του χαρίσει αθανασία, αλλά ξέχασε να ζητήσει και αιώνια νεότητα. Ο Τιθωνός έζησε για πάντα, γερνώντας όλο και περισσότερο, και κατά μια μεταγενέστερη παράδοση μεταμορφώθηκε τελικά σε τζιτζίκι. Ένας μύθος που μιλά, ήσυχα, για το ότι ο χρόνος δεν είναι μόνο ποσότητα αλλά και ποιότητα.

Η σύγχρονη αστρονομία έχει πιο πεζά, αλλά εξίσου όμορφα, ονόματα για το ίδιο φαινόμενο. Το φως πριν από την ανατολή χωρίζεται σε τρεις φάσεις, ανάλογα με το πόσο βαθιά κάτω από τον ορίζοντα βρίσκεται ακόμα ο ήλιος. Όταν βρίσκεται 18 μοίρες κάτω, αρχίζει το αστρονομικό λυκαυγές: ο ουρανός μοιάζει ακόμα νυχτερινός, αλλά τα πιο αμυδρά αστέρια έχουν ήδη αρχίσει να σβήνουν. Στις 12 μοίρες έρχεται το ναυτικό λυκαυγές, όταν οι ναυτικοί μπορούσαν πια να διακρίνουν τη γραμμή του ορίζοντα στη θάλασσα. Και στις 6 μοίρες ξεκινά το πολιτικό λυκαυγές, το φως με το οποίο μπορεί κανείς να διαβάσει ή να περπατήσει έξω χωρίς λάμπα. Στο γεωγραφικό μας πλάτος, όλη αυτή η διαδρομή κρατά περίπου μιάμιση ώρα.

Η ίδια η λέξη «λυκαυγές» έχει μια μικρή γοητεία. Πολλοί τη συνδέουν με τον λύκο, την ώρα που, λέει η λαϊκή φαντασία, δεν ξεχωρίζεις τον σκύλο από τον λύκο. Οι γλωσσολόγοι τη συνδέουν συχνότερα με μια αρχαία ρίζα που σήμαινε το φως, αν και η ετυμολογία παραμένει συζητήσιμη. Όπως και να έχει, η λέξη κρατά κάτι από την αμφισημία της ώρας: ούτε νύχτα ούτε μέρα.

Και τα χρώματα; Το ροζ και το πορτοκαλί της αυγής οφείλονται στο ότι το φως του ήλιου, όταν είναι χαμηλά, διασχίζει πολύ περισσότερη ατμόσφαιρα για να φτάσει σε εμάς. Τα μπλε μήκη κύματος σκεδάζονται στη διαδρομή, και φτάνουν κυρίως τα ζεστά. Αν μάλιστα γυρίσεις την πλάτη στην ανατολή και κοιτάξεις δυτικά, σε καθαρό ουρανό μπορεί να δεις μια σκούρα μπλε λωρίδα χαμηλά στον ορίζοντα, με ένα απαλό ροζ από πάνω της. Αυτή η σκούρα ζώνη είναι η σκιά της ίδιας της Γης, προβαλλόμενη στην ατμόσφαιρα. Λίγα λεπτά μόνο, και χάνεται.

Δεν χρειάζεται τίποτα ιδιαίτερο για να δεις όλα αυτά. Ένα μπαλκόνι ή ένα παράθυρο με λίγη θέα προς τα ανατολικά, ένα ζεστό ρόφημα, ίσως μια κουβέρτα, γιατί τα φθινοπωρινά πρωινά έχουν αρχίσει να δροσίζουν. Δεν είναι άσκηση ούτε στόχος. Είναι απλώς ένας τρόπος να ξεκινήσει η μέρα με λίγη προσοχή, πριν ανοίξουν οι οθόνες και αρχίσει ο θόρυβος.

Κι αν το διάβασες αυτό έχοντας ήδη χάσει την αυγή, δεν πειράζει καθόλου. Το Σάββατο είναι και για ξύπνημα αργά. Η Ηώς, άλλωστε, θα ανοίξει ξανά τις πύλες της αύριο, και μεθαύριο, με την ίδια υπομονή που το έκανε και τότε που ο Όμηρος έψαχνε λέξεις για να την περιγράψει.

Καλό Σάββατο, και καλό πρώτο φως, όποια ώρα κι αν σε βρει.

Οι αναφορές στη μυθολογία, στην αρχαία ποίηση και στα φαινόμενα του λυκαυγούς έχουν ιστορικό, πολιτισμικό και εκλαϊκευτικό χαρακτήρα. Δεν αποτελούν αστρολογική πρόβλεψη ούτε συμβουλή για αποφάσεις.